Racconti – Σύντομα αφηγήματα (νο.2)

στις

Μάρτιος – η οδός

Θυμάσαι μερικές φορές που περπατάς και νιώθεις ότι θες να εξαφανιστείς; Που θυμάσαι παραμύθια κι ιστορίες για παιδιά που γίνανε αόρατα, και τα ζηλεύεις όσο δεν ζήλεψες ποτέ τίποτα άλλο. Ή μάλλον όχι. Τα ζηλεύεις όπως κάποτε ζήλευες αυτούς που δεν περνούσαν απαρατήρητοι. Συνθήματα στον τοίχο: “Θέλω να γίνω αυτό που ήμουν όταν τότε που ήθελα να γίνω αυτό που είμαι τώρα”. Η σκιά σου κάτω στον δρόμο βαδίζει πιο γρήγορα από σένα. Σε πιάνει μια μανία και θες να την πατήσεις, να χοροπηδήσεις πάνω της, να την κάνεις μικρά χάρτινα κομματάκια. Α! Χαρτί! Τι ωραία που θα ήταν αν τα σπίτια μας ήταν άδεια, κενά, με άσπρους τοίχους. Τότε θα μπορούσαμε να φτιάξουμε χάρτινα σκηνικά για να το ντύσουμε και θα τ’ αλλάζαμε κάθε μήνα ή και πιο συχνά, αν τα βαριόμασταν. Θα είχαν και χρώματα, φωτεινά χρώματα, όλα τα χρώματα που υπάρχουνε στον κόσμο, ακόμη και τα χρώματα εκείνα που το μάτι μας δεν βλέπει. Σαν την πολύχρωμη εσάρπα μου. Μα τι ωραία που απλώνεται πάνω στα χέρια μου! Είναι σαν να ‘χω φτερά, φτερά πολύχρωμα κι ενωμένα σ’ όλο τους το μήκος με το σώμα. Αυτή είναι η ομορφιά.

Κάνε πως δεν σε βλέπουν και πέτα με τη σκιά σου.

 

***  ***  ***  ***

Αναπάντητη κλήση

Κατέβηκα απ’ το λεωφορείο στην Έκθεση. Στην αρχή από Τσιμισκή, μετά πήγαινα από Μητροπόλεως. Από τους αγαπημένους μου δρόμους στην πόλη. Μαγαζιά, βιτρίνες, κόσμος που πηγαινοέρχεται – σ’ άλλα σημεία βιαστικός και σ’ άλλα χαλαρός – αυτοκίνητα που περνάνε από δίπλα σου. Μια αίσθηση high class γειτονιάς στην Θεσσαλονίκη. Απλησίαστες τιμές σε ρούχα, χαμογελαστά πρόσωπα με ρετρό γυαλιά ηλίου, ζωάκια στην καθημερινή τους βόλτα. Στην ίδια παρέα, η κυρία με το καμηλό παλτό τυλιγμένη απ’ άκρη σ’ άκρη του προσώπου της με εμπριμέ μαντήλι και η κυρία με το πουά κολάν και το φουντωτό μαλλί. Κι εγώ κάπου ανάμεσα σ’ όλους αυτούς, να τους παρατηρώ μέχρι να έρθεις. Μου είπες θα ‘ρθεις το απόγευμα. Και κόβω βόλτες μέχρι να εμφανιστείς. Δεν έρχεσαι. Δεν έρχεσαι. Κι άλλη μισή ώρα και δεν έρχεσαι. Το παίζω άνετη. Μισή ώρα ακόμα.Πήγε οχτώ, δεν είναι πια απόγευμα. Δεν ήρθες. Δεν με κάλεσες να δεις πού είμαι κι εγώ δυο ώρες το παίζω υπομονετική και ξεγελώ τον εαυτό μου.αποφασίζω να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου και σου κάνω αναπάντητη. Μου στέλνεις μήνυμα.

Δεν κατέβηκα τελικά, ρε συ, σόρρυ. Δεν ξέρω τώρα πότε θα μπορέσω. Μιλάμε.

 

***  ***  ***  ***

Santa Maria della Vita

Συνάντησα χθες το Χριστό. Έπαιζε φλάουτο έξω από την εκκλησία της μητέρας του. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά και μπλεγμένα. Βρώμικα. “Ιουδαίοι”, σκέφτηκα, “ντροπή σας το παιδί”. Τα βαθιά γαλανά του μάτια με κοιτούσαν και μου ζητούσαν βοήθεια. “Θα στην ανταποδώσω”, μου έλεγαν. Και ‘γω πρώτη φορά πίστεψα στη βασιλεία των ουρανών. Το σώμα του το είχε τυλιγμένο με χοντρές ζακέτες και πλεχτά κασκόλ που τους έλειπαν πόντοι. Κομμάτια έλειπαν κι απ’ τα καφέ του παπούτσια. Το μόνο που δεν του έλειπε ήταν η διάθεση να παίξει φλάουτο. Τα παγωμένα δάχτυλά του δεν με γοήτευσαν. Γοήτευσαν όμως το φλάουτο. Κι εκείνο ευχαριστημένο τραγούδησε.

Ο σκύλος δίπλα του απλωμένος φαρδύς πλατύς. Αφασία. Περνάει ο καιρός; Δεν περνάει; Ούτε που τον νοιάζει. Και δεν τον νοιάζει γιατί στον δικό του κόσμο οι σκύλοι δεν έχουν ρολόγια. Ούτε γραβάτες φοράνε. Ούτε μαγειρεύουν. Ούτε βαφτίζονται. Κι όμως την έχουν κλεισμένη τη θεσούλα τους στο βασίλειο των ουρανών.

Δεν του έδωσα τίποτα δυστυχώς. Η ψυχή μου έχει γίνει τόσο άδεια, που το χέρι μου ούτε που κουνιέται για να μπει στην τσέπη. Οπότε γλιτώνω και τη σκέψη. Αυτό δεν είναι το νοήμα άλλωστε;

Να γλιτώνουμε περισσότερα.

Να σκεφτόμαστε λιγότερα.

***  ***  ***  ***

Μια Κυριακή

“Τις Κυριακές ξυπνάω νωρίς. Θέλω ν’ ανοίξω τα παράθυρα να μπει μέσα φως κι αέρας. Να γυαλίσει το σπίτι, να φωτίσει. Έπειτα ανοίγω το ραφιόφωνο. Ν’ ακούσω τα τραγούδια που άκουγα παλιά, στις βόλτες μου με τον μπαμπά. Εκείνα που μιλούσαν για κόκκινα φεγγάρια και ταξίδια. Να νοσταλγήσω λίγο την παιδική ανεμελιά για να χαμογελάσω. Κι έπειτα, σιγοτραγουδώντας, ετοιμάζω πρωϊνό. Για μένα, την αγάπη μου και τα παιδιά. Στρώνω το τραπέζι με πολύχρωμα σουπλά και τοποθετώ προσεκτικά σερβίτσια και φαγώσιμα. “Αrt de la table”. Μ’ αρέσει. Ξέρω είναι κατάλοιπο απ’ τις διαφημίσεις, αλλά όλη τη βδομάδα το περιμένω πώς και πώς…Και μετά τους ξυπνάω. Πρώτα τον άντρα μου. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, αν δεν τον ξυπνήσω με φιλιά νιώθω ότι κάτι δεν πάει καλά. Αφού επέλεξα να είμαι μαζί του θέλω να τον νιώθω δίπλα μου κάθε μέρα και κάθε λεπτό. Πάντα σηκώνεται ορεξάτος τις Κυριακές. Χαμογελάει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο και με φιλάει. Πάντα στο λαιμό. Ένα συνήθειο απ’ τα παλιά. Κι ύστερα πάω στα παιδιά. Τα δυο μου αγόρια κοιμούνται μαζί, το κορίτσι στ’ άλλο δωμάτιο. Ανοίγω τα παντζούρια και τους αρχίζω στα χάδια και στα παρακάλια για να σηκωθούν. Έξω είναι Άνοιξη. Κρίμα να ‘χάσουν τέτοιον ήλιο.

Μετά το πρωϊνό, η αγάπη μου πηγαίνει βόλτα με τα παιδιά. Ενίοτε πάω κι εγώ μαζί τους.

Στο ζωολογικό κήπο και στα μουσεία είναι οι πιο πολλές επισκέψεις μας. Ο μεγάλος, βέβαια, λατρεύει το πλανητάριο κι εμείς χατίρια, τέτοιου είδους τουλάχιστον, δεν χαλάμε σε κανέναν. Όταν γυρίζουμε στο σπίτι, παίζουν λίγο τα παιδιά κι ο άντρας μου όλο και με κάτι ασχολείται ώσπου να ετοιμαστεί το φαγητό. Το μεσημεριανό φαγητό – κι ειδικά το κυριακάτικο – για μένα δεν είναι απλό πράγμα. Είναι ολόκληρη ιεροτελεστία. Είναι η συμπύκνωση της φροντίδας γι’ αυτούς που αγαπάς. Είτε είναι οικογένειά σου, είτε είναι φίλοι σου. Το κυριακάτικο τραπέζι είναι από τις μεγαλύτερες ομορφιές της ζωής.

Νωρίς τ’ απόγευμα μια επίσκεψη στο ζαχαροπλαστείο επιβάλλεται. Τα παιδιά για παγωτό που τρελαίνονται κι η αγάπη μου κι εγώ για καφέ και γλυκό. Δεν υπάρχει καλύτερος συνδυασμός απ’ αυτόν! Τότε είναι που μιλάμε για όλα. Αναπληρώνουμε για όλες τις μέρες που κοιταζόμαστε, αλλά δεν βλεπόμαστε. Που λέμε τα νέα μας, χωρίς ν’ ακούμε τα νέα του άλλου. Εκεί, όμως, απολαμβάνω να τσιγκλάμε ο ένας τον άλλον και να κρυφοκαμαρώνω εγώ για την οικογένεια που έχω…

Μόλις γυρίσουμε σπίτι, τα παιδιά δεν χάνουν χρόνο και στρώνονται στο παιχνίδι, καθώς εμείς διαβάζουμε τις κυριακάτικες εφημερίδες. Απαραιτήτως υπό τη χαμηλόφωνη συνοδεία ενός κινηματογραφικού σάουντρακ ή ενός κομματιού τζαζ. Δεν μιλάμε πολύ. Σχεδόν καθόλου. Αλλά είναι εκείνη η σιωπή του στόματος, που είναι φλυαρία για την καρδιά. Και την ευφραίνει, την ηρεμεί. Συνήθως ετοιμάζω και κάτι ελαφρύ να τσιμπήσουν τα παιδιά και η αγάπη μου. Ή έστω γάλα με μπισκότα που τα λατρεύουνε μικροί – μεγάλοι. Κι ύστερα ψάχνουμε ιδέες να διασκεδάσουμε. Επιτραπέζια να παίξουμε όλοι μαζί – γνώσεων κυρίως, τ’ άλλα τα βρίσκω βαρετά- ή κάποια ταινία παιδική ή κωμική. Ώσπου να ‘ρθει η ώρα του ύπνου. Πρώτα για τα παιδιά κι έπειτα για μας. Κι όταν πέφτω στο κρεβάτι συλλογίζομαι πως κι αυτήν την Κυριακή έζησα τ’ όνειρό μου”.

Ήταν ποτέ τα λόγια αυτά αλήθεια; Ήταν οι λέξεις τους πραγματικές για κάποιους.

Κανείς δεν θα το μάθει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s